Ιστορίες που «δένουν» την οικογένεια Εκτύπωση

Οι οικογενειακές ιστορίες που συνδέουν δυνατά την οικογένεια.Η σύνδεση, η σχέση, οι ισχυροί δεσμοί, η ιστορία, οι ίδιες οι ποιότητες της εξέλιξης και της ανθεκτικότητας περνούν από γενιά σε γενιά και διαμορφώνουν το συνδετικό ιστό μιας οικογένειας μέσα από την αφήγηση. Το δίχτυ ασφαλείας για όλη την οικογένεια και για καθένα από τα μέλη της ξεχωριστά το υφαίνουν οι ιστορίες που λέγονται, οι ιστορίες που έχουν συνοχή, αρχή, μέση και τέλος, που περιγράφουν την πορεία από το παρελθόν στο παρόν.

Της Λαμπρινής Σταμάτη

Οι γονείς, σε ολόκληρο τον κόσμο, αναζητούν αυτή την «κόλλα», τη συνδετική ουσία που κάνει την οικογένεια δυνατή και τις σχέσεις αδιάβλητες. Ψάχνουν σε βιβλία, σε έρευνες, σε ομάδες, στις μεταξύ τους συζητήσεις ακόμα και στις …τεχνικές management που ακολουθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις για να δημιουργήσουν μια κοινή αίσθηση ταυτότητας κι έναν κοινό στόχο για τους εργαζόμενούς τους.

Ίσως τελικά, ότι πιο σημαντικό έχει να κάνει κανείς για την οικογένειά του είναι να δημιουργήσει μια δυνατή οικογενειακή αφήγηση. Το 1988, η Mary Main, μιας από τις πρωτοπόρους της θεωρίας δεσμού (Attachment Theory) παρουσίασε τα πρώτα ερευνητικά συμπεράσματα, σύμφωνα με τα οποία η ικανότητα ενός γονιού να αφηγηθεί με συνοχή, με νόημα, το δικό του παρελθόν, τη δική του ιστορία, είναι αυτή πουμπορεί να εγγυηθεί (με ακρίβεια που φτάνει το 85%) το ότι τα παιδιά του θα αναπτύξουν μαζί του ασφαλή δεσμό.

Ο Marshall Duke, ψυχολόγος στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Emory, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, πραγματοποίησε μια αντίστοιχη έρευνα αναζητώντας μύθους και τελετουργίες μέσα στις αμερικανικές οικογένειες. Η έρευνα, εκείνη την εποχή, εστίαζε κυρίως στη διάλυση, στην απορρύθμιση και στη δυσλειτουργία της οικογένειας, όμως η ο ομάδα του Duke αναζητούσε το «αντίδοτο» -αυτό που επιτρέπει στην οικογένεια να παραμείνει δεμένη, κόντρα στις δυσκολίες.

Η σύζυγος του Marshall Duke, Sara, ψυχολόγος που εργάζεται μαζί με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες έκανε μια παρατήρηση που έδωσε άλλη πορεία στην έρευνά του: «Τα παιδιά που γνωρίζουν περισσότερα για την οικογένειά τους φαίνονται περισσότερο ικανά να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις».
O Dr. Duke άδραξε αυτή την παρατήρηση και μαζί με τη συνάδελφό του Robyn Fivush ξεκίνησαν να δοκιμάσουν ερευνητικά αυτή την υπόθεση.  Δημιούργησαν ένα ερωτηματολόγιο με 20 ερωτήσεις και με τον τίτλο «Ξέρεις»;

-Ξέρεις πού μεγάλωσαν οι παππούδες σου; Ξέρεις που πήγαν σχολείο η μαμά σου και ο μπαμπάς σου; Ξέρεις πού γνωρίστηκαν οι γονείς; Ξέρεις η οικογένειά σου να πέρασε κάποια αρρώστια ή κάποιο τρομακτικό γεγονός; Ξέρεις την ιστορία της γέννησής σου;

Οι οικογενειακές ιστορίες που συνδέουν δυνατά την οικογένεια.Οι Dr. Duke και Dr. Fivush έθεσαν αυτές τις ερωτήσεις σε περισσότερες από 100 οικογένειες, μαγνητοφωνώντας και κάποιες από τις συζητήσεις τους γύρω από το οικογενειακό τραπέζι. Στη συνέχεια συνέκριναν τα συμπεράσματά τους με τα αποτελέσματα σε μια σειρά από ψυχολογικά τεστ από τα οποία είχαν περάσει τα παιδιά σε κάθε οικογένεια. Το συμπέρασμά τους ήταν εντυπωσιακό: Όσα περισσότερα γνώριζαν τα παιδιά για την οικογενειακή τους ιστορία, τόσο ισχυρότερη ήταν η αίσθησή τους ότι μπορούν να ελέγχουν τη ζωή τους, τόσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα αυτοεκτίμησης και τόσο περισσότερο πίστευαν ότι οι οικογένειές τους είναι δυνατές και λειτουργικές.

Φάνηκε πως η ικανότητα των παιδιών να απαντούν στις ερωτήσεις «Ξέρεις…;» μπορούσε να προβλέψει με ακρίβεια και ασφάλεια το αν έχουν συναισθηματική υγεία και αισθάνονται χαρούμενα και ευτυχισμένα.

«Ήταν συγκλονιστικό το εύρημά μας», λέει ο Dr. Duke, μιλώντας στους New York Times. Δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς τους κάτι αναπάντεχο συνέβη: η επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου. Ως πολίτες των ΗΠΑ, οι δύο ερευνητές τρομοκρατήθηκαν. Ως ψυχολόγοι όμως γνώριζαν ότι είχαν μπροστά τους μια σπάνια ευκαιρία να ελέγξουν τα αποτελέσματα της έρευνά τους. Μπορεί οι οικογένειες που αποτέλεσαν το δείγμα τους να μην είχαν πληγεί άμεσα από τα γεγονότα, όλα τα παιδιά όμως είχαν βιώσει το ίδιο εθνικό τραύμα, την ίδια χρονική στιγμή. Οι ερευνητές γύρισαν πίσω να ξαναμιλήσουν με τα παιδιά.

«Και πάλι, τα παιδιά που γνώριζαν περισσότερα για την οικογένειά τους αποδείχθηκε ότι είχαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, μπορούσαν να αντιμετωπίζουν καλύτερα τον πανικό, το άγχος και την αγωνία που προκάλεσε το γεγονός».

Γιατί άραγε το να γνωρίζει ένα παιδί το πού πήγε σχολείο ή γιαγιά του μπορεί να το βοηθήσει στο να αντιμετωπίζει με ηρεμία και αποτελεσματικά κάτι πολύ μικρό, όπως μια γρατσουνιά στο γόνατο αλλά και κάτι πολύ σοβαρό, όπως μια τρομοκρατική επίθεση.

-«Γιατί έχει καλλιεργήσει και έχει βαθιά μέσα του μια αίσθηση ασφάλειας -την αίσθηση ότι ανήκει σε μια μεγάλη οικογένεια», απαντά ο Dr. Duke.

Κάθε οικογένεια, εξηγούν οι ψυχολόγοι, έχει το δικό της μοναδικό αφηγηματικό τρόπο. Αυτά τα «στυλ αφήγησης» μπορεί να έχουν τρεις μορφές:

Της αφήγησης μιας ανερχόμενης πορείας: «Γιέ μου, όταν ήρθαμε εδώ δεν είχαμε τίποτα. Η οικογένειά μας δούλεψε σκληρά. Ανοίξαμε ένα μαγαζί. Ο παππούς σου πήγε στο σχολείο. Ο πατέρας σου σπούδασε στο πανεπιστήμιο. Και τώρα εσύ»…

Της αφήγησης μιας φθίνουσας πορείας: «Αγάπη μου, κάποτε τα είχαμε όλα. Όμως μετά χάσαμε τα πάντα».

Η πιο υγιής αφήγηση είναι της τρίτης μορφής –αυτή της αμφίρροπης πορείας: «Αγάπη μου, στην οικογένειά μας είχαμε τα «πάνω» και τα «κάτω» μας. Δημιουργήσαμε μια οικογενειακή επιχείρηση. Ο παππούς σου ήταν στυλοβάτης στην κοινότητά μας. Η μητέρα σου ήταν στη διοίκηση του νοσοκομείου. Είχαμε όμως και αναποδιές και πισωγυρίσματα. Είχες έναν θείο που κάποια στιγμή τον συνέλαβε η αστυνομία. Είχαμε ένα σπίτι που κάηκε. Ο πατέρας σου κάποτε έχασε τη δουλειά του. Όμως, ότι και να συνέβαινε, ήμασταν κοντά ο ένας στον άλλο, δεμένοι σαν οικογένεια».

Τα παιδιά που έχουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα είναι εκείνα που μπορούν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα από τις διαφορετικές γενιές της οικογένειάς τους –που έχουν επαφή με τη γενιά τους, με την ιστορία των γονιών τους, των παππούδων και των προ-παππούδων τους. Είναι τα παιδιά που γνωρίζουν ότι ανήκουν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Σε μια ομάδα. Στην οικογενειακή ομάδα. Οι οικογενειακές αφηγήσεις είναι αυτές που περιγράφουν αυτή την ομάδα.